<< December 2009 >>
Sun Mon Tue Wed Thu Fri Sat
 01 02 03 04 05
06 07 08 09 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30 31


If you want to be updated on this weblog Enter your email here:



rss feed



Wednesday, January 31, 2007
Αυθεντικές Ιστορίες

Επιστροφή στην Αρχική σελίδα

Αθανάσιος Διάκος και Κατερίνη από την Σέλιανη

Αγνωστες πτυχές της ζωής του ήρωα

Στην ανήσυχη εκείνη προεπαναστατική εποχή που είχε φουντώσει ο αγώνας για λευτεριά ,οι αισθηματικές ιστορίες ήταν μέρος της καθημερινότητας  Ο Διάκος και ο Γούλας έτυχε να αγαπήσουν την ίδια γυναίκα, την ωραία Κατερίνη από τη Σέλιανη, το σημερινό χωριό  Μάρμαρα. Το πραγματικό της όνομα ήταν Κατερίνη Σπύρου ή Ξυστρή. Νέα, μόλις 18 χρονών είχε ξετρελάνει όλα  τα παλικάρια της περιοχής, ένας απ΄αυτούς ήταν και ο Γούλας, πρωτοπαλίκαρο του Σκαλτσά που ζήτησε να την παντρευτεί. Αλλά τον ίδιο καιρό την πολιορκούσε και ο Διάκος που ήταν όπως είπαμε πολύ όμορφος, κατά τις αντιλήψεις της ανδρικής ομορφιάς της εποχής εκείνης. Η Κατερίνη προτίμησε  το Διάκο και έγινε ο αρραβώνας τους. Ο Γούλας δεν μπόρεσε να δεχτεί τη περιφρόνηση και γύρευε αφορμή για να εκδικηθεί, όπως και έκανε με άνανδρο και μπαμπέσικο τρόπο. Τη συκοφάντησε και την διέσυρε ηθικά με σκηνοθετημένη πλεκτάνη στο Διάκο, την ξευτέλισε με δόλιο και πανούργο τρόπο, έτσι ώστε ο Διάκος να τον πιστέψει και να την εγκαταλείψει. Άδοξο ήταν το τέλος της πανέμορφης Κατερίνης, η οποία από τον καημό της τρελάθηκε και της κόλλησαν το εξευτελιστικό παρατσούκλι «παλιοκατερίνη». Ξεφυλλίζοντας τις προσωπικές στιγμές του ήρωα συναντάμε το Διάκο λίγο πριν το ολοκαύτωμα της Αλαμάνας να έχει συνδεθεί με μία  όμορφη κοπέλα από την  Λιβαδειά που την έλεγαν Βενετσάνα. Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες γι αυτή. Είναι όμως ιστορικά εξακριβωμένο ότι λίγο πριν την έκρηξη της Επανάστασης ήταν επίσημα αρραβωνιασμένος με μια κοντζαμπασοπούλα της Λιβαδειάς, τη Ρόζα ή Ρωξάνη, κόρη του άρχοντα Γιάννη Φίλυνα που αργότερα, όταν σκοτώθηκε ο Διάκος, παντρεύτηκε ένα πλούσιο Αθηναίο, τον Σπύρο Ζαχαρίτσα (εγκυκλ. Γιαννίκος & Σία, Τόμος 3ος, σελ. 186-187).

Η  Παλιοκατερινη από την Σέλιανη

Αφήγηση  Ασπασία  Συζ. Κων. Κολοκύθα

 

Το σημερινό χωριό Μάρμαρα  στην εποχή της Τουρκοκρατίας έφερε το όνομα Σέλιανη και ήταν ένα από τα χωριά του Δήμου Ομιλαίων.

Βρίσκεται σε υψόμετρο 860 μέτρων σε δυσπρόσιτη  περιοχή όπως άλλωστε τα περισσότερα χωριά εκείνης της εποχής ,τα οποία κτίζονταν σε  ορεινές περιοχές προκειμένου οι κάτοικοι τους  να αποφύγουν την συμβίωση τους  με τους Τούρκους καταχτητές .

Μία από τις οικογένειες της Σέλιανης ήταν  η οικογένεια  Σπυρίδωνος  από τις ποιο πλούσιες του χωριού.

Η Κατερίνη Σπυρίδωνος  ήταν μια τυπική νοικοκυρά , πανέμορφη κοπέλα  όταν σε ηλικία 18 ετών  την γνώρισε ο Ήρωας της επανάστασης Αθανάσιος Διάκος ,ο οποίος κεραυνοβολήθηκε από την ομορφιά της .

¨Ήταν την εποχή που ο Αθανάσιος Διάκος είχε πετάξει τα ράσα  γύρω στα 1790  και ήταν μπουλουξής  κτυπώντας τους Τούρκους στη ευρύτερη περιοχή  με λημέρι τα βουνά της Σέλιανης.

Από το λημέρι του κατέβαινε στη Σέλιανη πολλές φορές  για να προμηθευτεί τα αναγκαία τρόφιμα για το μπουλούκι του .Εκεί γνώρισε την Κατερίνη την οποία την ερωτεύθηκε τρελά .

Την ζήτησε από τους γονείς της ,αρραβωνιάστηκαν και από τότε με συνοδεία το πρωτοπαλίκαρο του  μπαινόβγαινε στο σπίτι της.

Κάποια μέρα έφθασε στο σπίτι της μόνος του το πρωτοπαλίκαρο του Διάκου ,τις έδειξε κάποιο πειστήριο και τις είπε  ότι ο Διάκος ήταν βαριά άρρωστος ,και ήταν επιθυμία του να την συναντήσει.

Χωρίς να το σκεφθεί η Κατερίνη τον ακολούθησε  στη θέση  Στεφάνι �Γούρνα  όπου ήταν το λημέρι του Διάκου.

Όταν την είδε ξαφνικά μπροστά του  ο Διάκος  έγινε έξω φρενών δεν δέχτηκε καν να ακούσει τον λόγο της επίσκεψης της. ʼρχισε να την κτυπά αλύπητα  μέχρι που έπεσε λιπόθυμη στο έδαφος. Της έσκισε τα ρούχα την άφησε γυμνή και με ένα ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα οι βοσκοί της περιοχής τις έκοψε τα μαλλιά και την έδιωξε να πάει πάλι πίσω στη Σέλιανη.

Η Κατερίνη ολόγυμνη και κουρεμένη γεμάτη ντροπή ρίζωσε στο μεγάλο βράχο πάνω από το χωριό που λεγόταν παραθύρα και πέρασε όλη την νύχτα εκεί..

Το πρωί  που ξημέρωσε, κάποιος χωριανός που περνούσε από εκεί ανεβαίνοντας για τον κάμπο την βρήκε σε αυτή την άθλια κατάσταση .Η Κατερίνη κλαίγοντας του είπε όλη την ιστορία  παρακαλώντας τον να την μεταφέρει στο χωριό .Αυτός λύγισε από το άθλιο θέαμα της Κατερίνης  και αποφάσισε να την οδηγήσει στη Σέλιανη .

Στα πρώτα σπίτια του χωριού  κρύφθηκε και ο χωριανός πήγε και της έφερε μερικά ρούχα για να ντυθεί.

Η Κατερίνη μέσα από τα στενά σοκάκια της Σέλιανης έφθασε στο σπίτι της, ο πατέρας της και τα αδέλφια της αρνήθηκαν να την δεχτούν στο σπίτι  γιατί όταν ξεκίνησε να ακολουθήσει το πρωτοπαλίκαρο του Διάκου την είχαν προειδοποιήσει ότι αν κάτι δεν πάει καλά να μην τολμήσει να επιστρέψει στο πατρικό σπίτι γιατί την εποχή εκείνη τα ήθη ήταν αρκετά σκληρά απαγορευόταν στις ανύπαντρες κοπέλες να βγουν από το σπίτι χωρίς την συνοδεία του πατέρα ή κάποιου αδελφού.

Όλο το χωριό γύρισε την πλάτη στη Κατερίνη γιατί θεωρούσαν ότι ατίμασε την οικογένεια της  και δεν έβρισκε μέρος να κοιμηθεί ούτε σε στάβλο. Η Κατερίνη βρήκε καταφύγιο  για λίγο καιρό στο  υπόστεγο της Εκκλησίας  και τις πήγαινε κρυφά φαγητό η γειτονιά  γύρω από την Εκκλησία..

Η Κατερίνη προσπάθησε  να μαλακώσει την οργή της οικογένειας της  αλλά μάταιος  κόπος ,αυτοί ήταν αμετάπειστοι .

Τελικά υπέκυψε στις νυχτερινές επισκέψεις των νέων του χωριού ,προκειμένου να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την επιβίωση της . Μέσα στη δυστυχία της και την απόρριψη της  από την μικρή τοπική κοινωνία  ,έκανε  ακόμη ένα μοιραίο λάθος ,πλημμυρισμένη από μίσος για  την οικογένεια της ,τον Διάκο και όλο το χωριό αποφάσισε να εκδικηθεί.

Βρήκε καταφύγιο στα  Τουρκοαλβανικά αποσπάσματα  που τριγυρνούσαν στη περιοχή δίνοντας τους  πληροφορίες για τους επαναστάτες και τα λημέρια τους.

Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα έφθασε στα Γιάννενα και παρουσιάσθηκε στον Αλή Πασά  και μπήκε στο χαρέμι του.

Ο  Αλή Πασάς  όμως είχε το προνόμιο  να έχει πάντα αυτός την (πρώτη φορά )κάθε κοπέλας ,η φήμη της Κατερίνης είχε φθάσει στο χαρέμι και δεν καταδέχτηκε  να πλαγιάσει μαζί της .

Πανούργος  όπως ήταν ο Αλή Πασάς  της πρότεινε να προσφέρει τις υπηρεσίες τις  στο άτομο του  και αυτή θα είχε όλα τα προνόμια  που είχαν την εποχή εκείνη οι έμπιστοι του Πασά.

Με αρκετά χρήματα  στην τσέπη η Κατερίνη ανέλαβε τον ρόλο  της καταδότριας  στη περιοχή της για άτομα που κινούνταν ενάντια  στην εξουσία του αλλά ταυτόχρονα  να εργάζεται και σαν προαγωγός στέλνοντας παρθένες κοπέλες  στο χαρέμι του.

Κατόπιν υποδείξεως της Κατερίνης οι  Αλβανοί προσπάθησαν να  απαγάγουν κάποια κοπέλα στη Σέλιανη αλλά απέτυχαν ,δεν έγινε όμως το ίδιο  και στο χωριό Αργύρια .

Εκεί έκλεψαν και οδήγησαν στο χαρέμι του Αλή στα Γιάννενα  μια πανέμορφη κοπέλα την Βασιλική  Μπαλτσάκη

Αυτή  η  απαγωγή έμεινε στην ιστορία μέσα από το στίχο αγνώστου στιχουργού που λέει τα εξής:

Βασίλωμ΄ποιος σε πρόδωσε στ΄αλή πασά τα χέρια

Ο Κώστας το Βλαχόπουλο και  η Σπυριδοκατερίνη.

Σύμφωνα με τις προφορικές παραδόσεις που πέρασαν από γενιά σε γενιά  όταν η Κατερίνη  υπέδειξε στους Αλβανούς το σπίτι της Μπαλτσάκη  έφυγε τρέχοντας προς το δάσος  όπου και κρύφθηκε , ψάχνοντας να την βρουν μετά οι αλβανοί  συνελάμβαναν  και ανέκριναν όποιο κάτοικο της περιοχής έβρισκαν μπροστά τους. Κάποια στιγμή έπιασαν και το Βλαχόπουλο ο οποίος αναγκάσθηκε να υποδείξει  το μέρος όπου κρυβόταν η Κατερίνη  και εκεί την συνέλαβαν οδηγώντας την πάλι στα  Γιάννενα. Εδώ τελειώνει η ιστορία της Κατερίνης  χωρίς να διασωθεί έως σήμερα η συνέχεια της  ζωής της Κατερίνης που πέρασε στην ιστορία σαν  Παλιοκατερίνη από την Σέλιανη

 


Posted at 03:03 am by laografika
Make a comment  

Monday, July 24, 2006
Αυθεντικές Ιστορίες

Ο έρωτας , η τιμή της οικογένειας ,το φονικό 

Εποχή του 1900 η κλειστή κοινωνία του χωριού είχε τους δικού της  άγραφους νόμους και κανόνες .Το μεγαλύτερο αμάρτημα ήταν η προσβολή και ατίμωση του ονόματος της οικογένειας και ειδικά η προσβολή της τιμής της ανύπαντρης κόρης.Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας  ήταν  άνδρας σωματώδης με  θηριώδη δύναμη  ,έτυχε να ερωτευτεί μία συγχωριανή του, πανέμορφη κοπέλα  , αλλά δυστυχώς οι γονείς της τον απέρριψαν σαν υποψήφιο γαμπρό.Κάποια μέρα πήρε την μεγάλη απόφαση, στην βρύση του χωριού που είχε πάει να γεμίσει την στάμνα της  η όμορφη κοπελιά  την περίμενε κρυμμένος πίσω από ένα φράχτη ,όταν την είδε ο έρωτας του θόλωσε το μυαλό, της  μίλησε για τον ερωτά του, την παρακάλεσε να τον ακολουθήσει ,αλλά εκείνη αρνήθηκε . Τότε αυτός θόλωσε  ο παράφορος ερωτάς του  δεν βρήκε ανταπόκριση αποφάσισε να την κλέψει. Χωρίς δεύτερη σκέψη και μη μπορώντας να διανοηθεί το αποτέλεσμα της ενέργειας του την άρπαξε και την έβαλε στον ώμο του. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες για να ξεφύγει η κοπέλα δεν τα κατάφερε, την μετέφερε  στους ώμους του έως τη σημερινή τοποθεσία αμπέλια εκεί κουρασμένος από το φορτίο του και τις αντιδράσεις της κοπέλας ,κάθισε στον ίσκιο ενός δέντρου να ξεκουραστεί . Η μεγάλη  κούραση του έφερε ύπνο ,αποκοιμήθηκε , η κοπέλα βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει ,τρέχοντας έφθασε στο χωριό .Εξιστόρησε τα γεγονότα στον πατέρα της και τα  αδέλφια της ,η προσβολή για την τιμή της οικογένειας ήταν μεγάλη , ορκίστηκαν όλοι τους  εκδίκηση και ξέπλυμα της ντροπής . Μία λύση  υπήρχε θάνατος .Τα αδέλφια της παρέα με τους φίλους τους ,δημιούργησαν μια ομάδα που έψαχνε όλη την περιοχή του Πύργου να εντοπίσει τον δράστη, αυτός γνωρίζοντας τις αντιδράσεις  είχε εξαφανισθεί  η αναζήτηση του ήταν δύσκολη.Κάποια στιγμή  έμαθαν  ότι ο συγκεκριμένος δράστης   μη αντέχοντας την πείνα συναντούσε κρυφά τον  15χρόνο   πρωτοξαδελφό του στη τοποθεσία Πύργος όπου είχε το κοπάδι του για να προμηθευτεί τα αναγκαία για την επιβίωση του..Με απειλές και καλοπιάσματα  κατόρθωσαν  να δεχτεί ο 15 χρονος να παίξει τον ρόλο του Δούρειου ίππου . Έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο τους  συνεννοήθηκαν με τον 15 χρονο όταν θα τον ξανασυναντούσε να τον προσκαλέσει  σε γεύμα με ψητό κοτόπουλο που θα το είχαν προμηθεύσει αυτοί .Έτσι και έγινε , όταν  συναντήθηκαν  την επόμενη μέρα στη Κούτρα τον προσκάλεσε να τον επισκεφθεί την επομένη , προκειμένου να  φάνε μαζί το ψητό κοτόπουλο. Ο Λαναράς ( το όνομα για ευνόητους λόγους δεν είναι παργαματικό)  ήταν εκεί στο ραντεβού του, την ώρα που ήταν έτοιμοι για το φαγητό όρμησαν καταπάνω του τα αδέλφια με τους φίλους του που ήταν κρυμμένοι πίσω από τα μεγάλα πλατάνια που υπήρχαν στην περιοχή , η αντίδραση του ήταν έντονη αλλά  τελικά συνελήφθη. Η ομάδα  τον έδεσε πισθάγκωνα  και πήραν τον δρόμο για το χωριό όταν έφθασαν στα αμπέλια στο σημείο που είχε οδηγήσει την κοπέλα  προκαλούσε και εξαγρίωνε τα αδέλφια της λέγοντας τους ότι είχε γευτεί τα κάλλη της .Αυτοί θόλωσαν  και μη αντέχοντας την συνέχιση της προσβολής, τον κατακρεούργησαν  με τα σπαθιά τους ,έτσι  πλήρωσε με την ζωή του τον παράφορο ερωτά του για την πανέμορφη κοπελιά ,σε μια εποχή που η τιμή  της ανύπανδρης κοπέλας  ήταν το στέμμα της οικογένειας

 *  αφήγηση Γιώργος  Σταματόπουλος

Πώς δεν χύθηκε αίμα

Τα παλιά χρόνια στα χωριά υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Οι άνδρες ή οι γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια πήγαιναν σε άλλες περιοχές δούλευαν για να πάρουν το μεροκάματο.

Πολλές  από τις οικογένειες του χωριού είχαν πάει να εργαστούν στα καπνά στομ κάμπο της Λαμίας

 Μια συγχωριανή μας δροσερή, ψηλή και γεμάτη γυναίκα που είχε μείνει στο χωριό, (η άλλη οικογένεια της είχε πάει για μεροκάματο) ζύμωνε σκυμμένη στη σκάφη της, κοκκινισμένη αναμμένη από την πάλη της με το ζυμάρι.

Τότε μπαίνει μέσα στο σπίτι της ένας  γείτονας της και της λέει:

- Καλησπέρα.

- Καλησπέρα. Καλώς ήρθες.

- Πού είναι ο άνδρας σου; τη ρώτησε.

Πήγε στο κάμπο  για μεροκάματο, του απάντησε.

Κάθισε  να τελειώσω και μετά να σε περιποιηθώ, Και έσκυψε στη σκάφη, ζυμώνοντας πιο γρήγορα και δυνατά για να τελειώσει νωρίτερα αφού ήρθε μουσαφίρης. Όλες οι κινήσεις του σώματος της φαίνονταν  στον άνδρα προκλητικές. Το αίμα του έβραζε, αισθάνθηκε κάτι να ανεβαίνει στο κεφάλι του και θάμπωσαν τα μάτια του. Το μέτωπο του έκαιγε και τα χέρια του ήταν κρύα. Μια ησυχία ηδονική βασίλευε μέσα στο σπίτι και μόνο ο θόρυβος του ζυμώματος ακουγόταν,

Σηκώθηκε όρθιος ο άνδρας έκαμε δύο τρεις βόλτες και άρχισε να λέει:

- Τι έχει να γίνει  αύριο ! θα χυθεί πολύ αίμα! Τι

έχει να γίνει...

Η γυναίκα που άκουσε τα λόγια αυτά

γύρισε όπως ήταν κατακόκκινη και του λέει:

- Τι έχει να γίνει;

Εκείνος την κοίταξε καλά- καλά, τη βουτάει στην αγκαλιά του και προσπάθησε να τη φιλήσει. Αμέσως η γυναίκα δυνατή όπως ήταν, του δίνει μια με τα γεμάτα με αλεύρι και προζύμι χέρια της και τον πέταξε στην άλλη άκρη της κουζίνας.

Ο άνδρας σηκώθηκε σιγά, σιγά σηκώνει τα μανίκια του πουκαμίσου από τα χέρια του και λέει ικετεύοντας:

- Δεν φταίω εγώ! Δεν το ήθελα! Κάπως μου 'ρθε, κάπως μου 'ρθε και το έκαμα. Λοιπόν, λοιπόν συγχωρά με, και άρχισε πάλι να λέει. Ε ρε, τι θα γίνει, θα χυθεί πολύ αίμα αύριο, θα σκοτωθεί πολύς κόσμος θα κολυμπήσουμε στο αίμα. Η γυναίκα έμεινε ξερή.

- Χριστέ μου, Παναγία μου, βοήθα. Πες μου τι θα γίνει είπε στον επισκέπτη της, Και εκείνος της είπε:

- Εγώ σε αγκάλιασα και πήγα να σε φιλήσω, Εσύ θα το πεις στον άνδρα σου όταν έρθει. Αυτός θα θυμώσει και θα μου ριχτεί. Εγώ θα τον σκοτώσω, θα τρέξουν τα παιδιά σου, οι συγγενείς σου να με σκοτώσουν, Αλλα και τα δικά μου παιδιά θα τους αντιμετωπίσουν, θα γίνει πόλεμος. Μεγάλο μακελειό. Η καημένη η γυναίκα άκουσε αυτά τα λόγια με τα μάτια γουρλωμένα και πιασμένη την αναπνοή της και λέει:

- Μα αν είναι έτσι, το λέω εγώ η κακομοίρα στον άνδρα μου;
Δεν γνωρίζω αν είναι αληθινή  αυτή η ιστορία ,αλλά έτσι ακριβώς μου έχει μεταφερθεί

Posted at 04:35 am by laografika
Make a comment